Η αποκάλυψη στο τεύχος 50 του «HOT DOC», δεν είναι ένα ακόμη σκάνδαλο. Είναι πρώτα και κύρια μια απτή απόδειξη γι' αυτό που λέγεται διαπλοκή και την απόφαση του πολιτικού συστήματος να καταθέσει στα πόδια της όποια αξιοπρέπεια έχει μείνει και σε αυτή ακόμη την κοινοβουλευτική λειτουργία.

Η Εισαγγελία της Αθήνας, μετά από έρευνα στο γραφείο του προφυλακισμένου επιχειρηματία Αναστάσιου Πάλλη, κατέσχεσε έγγραφα και χειρόγραφες σημειώσεις του. Σε κάποιες από αυτές τις σημειώσεις, ο επιχειρηματίας περιγράφει πώς χρημάτισε τον τότε βουλευτή Γιάννη Μιχελάκη για να καταθέσει στη Βουλή Ερωτήσεις Κοινοβουλευτικού ελέγχου, χτυπώντας τον αντίπαλό του.

Όσα υπήρχαν στα κατασχεμένα έγγραφα, τα επιβεβαίωσαν και μάρτυρες με τις καταθέσεις τους. Τα στοιχεία οδήγησαν την Εισαγγελία να σχηματίσει δικογραφία κατά του Γιάννη Μιχελάκη και να την στείλει, όπως ορίζει ο νόμος στον Άρειο Πάγο για να διαβιβαστεί στη Βουλή με το αίτημα άρσης της ασυλίας του αφού φέρεται να έχει διαπράξει το αδίκημα όταν ήταν βουλευτής και όχι υπουργός.

Το Δεκέμβριο, η δικογραφία φαίνεται να φεύγει για τον Άρειο Πάγο, αλλά χάνεται. Τέσσερις μήνες μετά και παρότι άλλες δικογραφίες που αφορούν άλλους βουλευτές εστάλησαν την ίδια περίοδο και πήγαν στη Βουλή η «δικογραφία Μιχελάκη» δεν πήγε. Από τα επίσημα έγγραφα της Βουλής φαίνεται πως ως τις 3 Απριλίου δεν είχε πάει η δικογραφία. Σε συνομιλία που είχαμε με τον διευθυντή του υπουργού Δικαιοσύνης, υποστήριξε πως δεν θυμάται να πήρε το Υπουργείο τέτοια δικογραφία από τον Άρειο Πάγο για να τη στείλει στη Βουλή.

Μέσα σε μία διαδρομή που είναι νομικά σαφής προσδιορισμένη και γεωγραφικά αποτελεί μια απλή διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας, η δικογραφία και η ευθύνη έχουν χαθεί. Επειδή τα επιχειρήματα «θυμάμαι» ή «δεν θυμάμαι» δεν προβλέπονται ούτε από το νόμο, ούτε από την ηθική και τη λογική. Επειδή μιλάμε για δημόσια πρόσωπα για τα οποία οι πολίτες πρέπει να είναι ενημερωμένοι.

Επειδή δεν τους φτάνει ούτε η ασυλία που έχουν θεσμοθετήσει και η ατιμωρησία για τα αδικήματά τους. Επειδή έχουν το θράσος να μηνύουν πολίτες και δημοσιογράφους που τους ελέγχουν, όπως οφείλουν άλλωστε, καταλαβαίνει κάποιος πως δεν είναι ένα «θέμα Μιχελάκη» αλλά θεσμικής ή μάλλον παραθεσμικής λειτουργίας.

Το ένα θέμα είναι αν ο υπουργός έχει χρηματιστεί. Αυτό θα το βρει η Δικαιοσύνη και έπρεπε η απονομή της να είναι σύντομη για να μην είναι σε ομηρία ο βουλευτής. Το δεύτερο θέμα είναι πως ο υπουργός και η κυβέρνηση δεν απαντούν σε όλα αυτά, απαξιώνοντας τη λειτουργία του Τύπου και το Δημόσιο συμφέρον. Είναι αδιανόητο ο κύριος Σαμαράς να βγαίνει μόνο για να φωτογραφηθεί με τη Μέρκελ, αλλά να είναι αδιάφορος στο αν κάποιος υπουργός του χρηματίζεται όπως υποστηρίζουν οι εισαγγελείς.

Το βασικό όμως θέμα είναι τι συμβαίνει μεταξύ Δικαιοσύνης και πολιτικών προσώπων. Πώς ένας δημοσιογράφος όταν αποκαλύπτει την αλήθεια, δικάζεται δύο φορές μέσα σε ένα χρόνο και μάλιστα μετά από έφεση της Εισαγγελίας, αλλά η δικογραφία για τον υπουργό χάνεται σε μια διαδρομή δύο χιλιομέτρων και τριών γραφείων;

Για τον Γιάννη Μιχελάκη μπαίνει σοβαρό θέμα. Για την κυβέρνηση όμως και τον πρωθυπουργό μπαίνει το σοβαρότερο. Ο κύριος Μιχελάκης αντί να απαντήσει επίσημα, διαρρέει πως τα στοιχεία της δικογραφίας εναντίον του δεν είναι ισχυρά. Πώς το ξέρει αφού δεν έχει ασκηθεί δίωξη εναντίον του ώστε να λάβει γνώση της δικογραφίας; Να υποθέσουμε πως αυτοί που έπρεπε να στείλουν τη δικογραφία στη Βουλή, αντί να κάνουν το νόμιμο κάνουν το παράνομο, δηλαδή τον ενημερώνουν; Περιμένουμε... [ Το Κουτί της Πανδώρας ]

Ο Αθανασίου είχε την «χαμένη» δικογραφία Μιχελάκη

Μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης από το «ΗOT DOC», φαίνεται πλέον πως η χαμένη δικογραφία βρίσκεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης για πάνω από δύο μήνες. Ο υπουργός αντί να την διαβιβάσει τυπικά όπως όφειλε, την κράτησε. Αμέσως μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης, ο υπουργός εμφανίζεται να στέλνει πίσω τη δικογραφία στον Άρειο Πάγο για τυπικούς λόγους. Δηλαδή για να αναδιατυπωθεί η κατηγορία με βάση άλλο άρθρο του ποινικού κώδικα.

Είναι εμφανές πως πρόκειται για μια προσπάθεια συγκάλυψης επειδή ακριβώς πιάστηκαν στα πράσα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον κανονισμό της Βουλής η Εισαγγελία Πρωτοδικών διαβιβάζει την δικογραφία στον Άρειο Πάγο ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο νομιμότητας, δηλαδή να ελέγξει αν οι κατηγορίες διατυπώνονται σωστά.

Στη συνέχεια η δικογραφία διαβιβάζεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο είναι υπεύθυνο τυπικά, ως ενδιάμεσος να την διαβιβάσει στη Βουλή. Συγκεκριμένα όπως ορίζει το άρθρο 83 του κανονισμού της Βουλής: «Οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής για τη χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 παρ.2 και 62 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ελεγχθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλονται στη Βουλή δια του Υπουργού Δικαιοσύνης και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά τη σειρά της υποβολής τους».

Αντί να κάνει αυτό ο υπουργός Χαράλαμπος Αθανασίου και το υπουργείο του εμφανίζονται να αποφαίνονται για τη διατύπωση των κατηγοριών, πράγμα το οποίο δεν έχει δικαίωμα να το κάνει και μάλιστα αφότου αποκαλύπτουμε την υπόθεση. Κανένας δικηγόρος του υπουργείου και πολύ περισσότερο ο υπουργός ο οποίος κάλλιστα μπορεί να είναι καθηγητής μαθηματικών ή τραπεζίτης, δεν μπορεί να αποφανθεί για τις κατηγορίες και μάλιστα θέτοντας τον εαυτό του κριτή αποφάσεων και ελέγχου του Αρείου Πάγου. Μοναδικός υπεύθυνος για τον έλεγχο αυτό είναι ο Άρειος Πάγος.

Είναι προφανώς πως ο υπουργός Δικαιοσύνης όχι μόνο έχει μεθοδεύσει μια επιχείρηση συγκάλυψης ενός πρωτοφανούς σκανδάλου, αλλά παρανομεί. Απομένει στη Δικαιοσύνη να περιφρουρήσει την ανεξαρτησία της και να αποκαταστήσει το κύρος της. [ Το Κουτί της Πανδώρας ]

Πρόσφατες δημοσιεύσεις...

Αναζητήστε στον ιστότοπο...

How to Carve Wood